Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο κόμης Τράπουλας


έχει πολλά πρόσωπα.
Κάποια από αυτά μπορέσαμε να τα αποκαλύψουμε, χάρη στην αυθεντική φωνή του ΚΚ, την οποία καταγράψαμε τόσο στο κείμενο, όσο και στο βίντεο που ακολουθεί.
Βέβαια, νομίζω ότι είναι περιττό να πούμε ότι σημασία δεν έχουν τα πρόσωπα αλλά οι μάσκες που φοράνε.
Επίσης, δεν σας κρύβω την δυσαρέσκεια (άλλά βασικά την ζήλεια) της συντακτικής ομάδας των παραμυθιών. "Πως είναι δυνατόν μια τράπουλα να χωρά τόσο χοντρό παραμύθι;" μας είπαν χαρακτηριστικά.



Αν η επανάσταση είναι μόνο ξέσπασμα μερικών ήμερων ή εβδομάδων, αυτό βολεύει μια χαρά το καθεστώς [είτε οι κρατούντες το αντιλαμβάνονται είτε όχι]. Ιστορικά η επανάσταση είναι αυτή που βοηθά τον κόσμο της αντίδρασης να επιβιώνει μεταβαλλόμενος και προσαρμοζόμενος― κάτι που σήμερα δεν αποκλείεται να επαληθευτεί. Κάτι τέτοια ξεσπάσματα διαλύουν τη φανταστική και εξωπραγματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία έχει τάση να κλείνεται η κοινωνία της αλλοτρίωσης, και την υποχρεώνουν να βρίσκει νέες μορφές καταπίεσης, περισσότερο προσαρμοσμένες στις σημερινές συνθήκες, έστω κι αν χρειαστεί να απομακρύνει τους καταπιεστές του χθες.

Όποιος εγκλωβίζεται στο δίλημμα: μια στιγμή δημιουργικού ξεσπάσματος ―είτε η διάρκεια που δεν μπορεί να είναι παρά αλλοτρίωση, μένει αιχμάλωτος της καθεστηκυίας τάξης.
Ο κίνδυνος να ‘‘αφομοιωθεί’’ το κίνημα από τις δυνάμεις του παλιού απασχόλησε από πολύ νωρίς πολλούς επαναστάτες φοιτητές Όποιος φοβάται μην τον αφομοιώσουν, είναι κιόλας αφομοιωμένος επειδή η στάση του τον ακινητοποιεί πέφτει στο αντιδραστικό ιδεολογικό δόκανο: την αναζήτηση ενός φυλαχτού αντι-αφομοιωτικού. Με μια έννοια όλα μπορούν να αφομοιωθούν και θα αφομοιωθούν μια μέρα. Δεν αποτρέπεις την αφομοίωση αρνούμενος να ορίσεις τον εαυτό σου, όπως δεν αποτρέπεις την αυθαιρεσία αρνούμενος να οργανωθείς συλλογικά· μάλλον τραβάς κατευθείαν επάνω της.

Η γραφειοκρατική οργάνωση δεν ξεπερνιέται με την άρνηση κάθε οργάνωσης, ούτε η στείρα ακαμψία της πλατφόρμας και των προγραμμάτων με την άρνηση των στόχων και των μέσων· η αγκύλωση των νεκρών δογμάτων δεν ξεπερνιέται με την καταδίκη του πραγματικού θεωρητικού στοχασμού.

Αν δεχτούμε ότι η πράξη αποκλείει το στοχασμό, παραδεχόμαστε σιωπηλά πως κάθε στοχασμός είναι χωρίς πραγματικό αντικείμενο. Καθώς ο άνθρωπος δεν κάνει χωρίς στοχασμό, σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε το πεδίο της σκέψης στους φενακιστές και στους ιδεολόγους της αντίδρασης.

Αν δεχτούμε ότι ορθολογικότητα και φαντασία αποκλείουν η μια την άλλη, δεν έχουμε καταλάβει τίποτα. Εκεί που η φαντασία ξεπερνά την ονειροπόληση ή το παραλήρημα και απολήγει σε αποτελέσματα που διαρκούν, έχει θεμελιώσει νέους οικουμενικούς τύπους. Εκεί που η ορθολογικότητα είναι γενεσιουργός λόγος και όχι κενή επανάληψη, έχει τραφεί από πηγές του φανταστικού που δεν ερμηνεύονται από καμία ψευδο-ορθολογικότητα.

Όπως η μόνιμη σοβαρότητα είναι το αποκορύφωμα του γελοίου, έτσι και η μόνιμη γιορτή είναι ατελείωτη θλίψη. Αν αποδεχτούμε την αντινομία σοβαρό- -γιορτή ως απόλυτη, έχουμε αποδεχτεί τον πολιτισμό της ψυχαγωγίας. Κόβουμε τη ζωή σ’'ενα ‘‘σοβαρό’’ κομμάτι που παραδίδουμε στους οργανωτές, και σ’ένα ‘‘ελεύθερο’’ που περιέρχεται στους πωλητές της απόλαυσης και του θεάματος― όπως, ας πούμε, τα επαναστατικά ‘‘χάπενινγκ’’.

Όλα θα ήταν διαφορετικά αν υπήρχε ένα αρκετά ισχυρό επαναστατικό κίνημα: για να αποτρέψει τις γραφειοκρατικές δολοπλοκίες, για να ξεσκεπάζει μέρα με τη μέρα τη διπροσωπία των αριστερών ηγεσιών, να δείχνει στους εργάτες το βαθύτερο νόημα των φοιτητικών αγώνων, να προπαγανδίζει τη συγκρότησή αυτόνομων απεργιακών επιτροπών στην αρχή και κατόπιν εργατικών συμβουλίων, μέχρι να ξαναβάλουν μπροστά την παραγωγή τα εργατικά συμβούλια. Ένα τέτοιο κίνημα θα μπορούσε να παίξει πρωταρχικό ρόλο ως καταλύτης, ένζυμο είτε πολιορκητικός κριός, χωρίς μολαταύτα να γίνει γραφειοκρατική ‘‘καθοδήγηση των μαζών’’.

Ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να αποκλείει τους ανθρώπους από το να διαχειρίζονται οι ίδιοι τις δραστηριότητες τους [πράγμα που είναι αδύνατο να πετύχει]. Αν το κατόρθωνε θα κατέρρεε αμέσως. Οι γραφειοκράτες θέλουν να μεταβάλουν τους ανθρώπους σε αντικείμενα (με τη βια, το φενακισμό, τη χειραγώγηση, τα εκπαιδευτικά συστήματα, τα ‘‘οικονομικά’’ κίνητρα), ενώ οι άνθρωποι δεν συγκατανεύουν. Η κεντρική σύγκρουση ανακύπτει ως σύγκρουση μεταξύ διευθυνόντων και εκτελούντων, και γύρω απ’αυτήν διατάσσονται όλες οι άλλες.

Πάλη κατά της καπιταλιστικής γραφειοκρατικής κουλτούρας σημαίνει επίθεση ενάντια στα θεμέλια του σύγχρονου ‘‘πολιτισμού’’: το διαχωρισμό παραγωγικής εργασίας και σχόλης· τον παραλογισμό της καταναλωτικής κοινωνίας· τις τερατώδεις σύγχρονες πόλεις· τις συνέπειες του ολοκληρωτικού σχίσματος μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας κλπ.

Η κατάργηση των κυριάρχων και εκμεταλλευτριών τάξεων απαιτεί όχι μόνο να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά επίσης να εξαφανιστεί η διάκριση μεταξύ διευθυνόντων και εκτελούντων ως στρωμάτων κοινωνικών. Το κίνημα συνεπώς μάχεται αυτήν τη διαίρεση όπου τη συναντήσει, και δεν τη δέχεται μέσα του. Για τον ίδιο λόγο αντιμάχεται την ιεραρχία όποια μορφή κι αν έχει.

Αυτοδιαχείριση σημαίνει αυτόνομη και δημοκρατική διαχείριση των διαφόρων δραστηριοτήτων από τις ομάδες που τις επιτελούν· σημαίνει άσκηση της πραγματικής εξουσίας από τις ενδιαφερόμενες στον τομέα τους ομάδες, δηλαδή άμεση δημοκρατία, όσο γίνεται πιο πλατιά. Κάθε εκπρόσωπος μπορεί να εκλέγεται και να ανακαλείται κάθε στιγμή από οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπεύθυνη θέση. Οι δραστηριότητες συντονίζονται από επιτροπές αντιπροσώπων επίσης εκλεγμένων και ανακλητών κάθε στιγμή.

Θα καταφέρει η ανθρώπινη κοινωνία να πετύχει αυτό το πέρασμα; Νόημά έχει μόνο η δράση προς αυτή την κατεύθυνσή. Έξω απ’αυτό δε μπορείς παρά να είσαι καταναλωτής είτε ντεσπεράντο: άλλα σε μια κοινωνία της κατανάλωσης οι ντεσπεράντο γρήγορα μεταβάλλονται σε αντικείμενα κατανάλωσης.



Η κεντρική ιδέα την οποία πραγματοποιεί η Επανάσταση είναι εκείνη της ρητής αυτοθεσμισης της κοινωνίας από τη διαυγή και δημοκρατική συλλογική δραστηριότητα. Όμως στο σύγχρονο πολιτικό φαντασιακό το Κράτος εμφανίζεται ως ανεξάλειπτο. Παραμένει τέτοιο για την Επανάσταση, όπως παραμένει και για τη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία, η οποία πρέπει να δικαιολογήσει το Κρατος, πασχίζοντας συγχρόνως να σκεφτεί την ελευθερία. Πρόκειται να στηρίξει την ελευθερία πάνω στην άρνηση της ελευθερίας, ή να εμπιστευτεί τη φύλαξη της στον χειρότερο εχθρό της.

Aν δεν γίνει ρήξη με αυτή την παράδοση [Κράτος και Έθνος], είναι αδύνατο να συλλάβουμε ένα καινούριο ιστορικό κίνημα αυτοθέσμισης της κοινωνίας.

Ο Μαρξ φετιχοποιεί μια κατασκευασμένη παράσταση της Επανάστασης. Το μοντέλο: Παλαιό καθεστώς / ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων / βίαιη γέννα καινούριων σχέσεων παραγωγής, το οποίο κατασκευάζει ξεκινώντας από το υποτιθέμενο παράδειγμα της Γαλλικής επανάστασης, ανυψώνεται σε σχήμα-τύπο της ιστορικής εξέλιξης και προβάλλεται στο μέλλον. Ο μύθος της Ιστορίας και των Νόμων της Ιστορίας, ο μύθος της Επανάστασης ως μαίας της Ιστορίας αρχίζουν να λειτουργούν σαν θρησκευτικά υποκατάστατα μέσα σε μια χιλιαστική νοοτροπία.

O Λένιν δημιουργεί το πρότυπο αυτού που θα είναι όλες οι σύγχρονες ολοκληρωτικές οργανώσεις, το μπολσεβικικό κόμμα, το οποίο πολύ γρήγορα μετά τον Οκτώβριο του 1917 θα κυριαρχήσει στα σοβιέτ, θα τα καταπνίξει και θα τα μετασχηματίσει σε όργανα και παραρτήματα της ίδιας του της εξουσίας. Η κατασκευή της μηχανής αυτής για την κατάληψη της εξουσίας μαρτυρεί την επικράτηση του φαντασιακού του Κράτους αλλα και του καπιταλιστικού φαντασιακού. Ο Λένιν επινοεί τον τεϋλορισμό τέσσερα χρόνια πριν απο τον Taylor. Aγωνίζεται να κατασκευάσει αυτό το τέρας, μείγμα ενός κόμματος-στρατού, ενός κόμματος-κράτους και ενος κόμματος-εργοστασίου, το οποίο καταφέρνει να στήσει πραγματικά από το 1917.

Υπάρχει μια επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917, δεν υπάρχει ‘οκτωβριανή επανάσταση’: τον Οκτώβριο του 1917 υπάρχει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος δεν θα πετύχουν τους σκοπούς τους παρά ενάντια στη λαϊκή θέληση στο σύνολο της (διάλυση της εθνοσυνέλευσης τον Ιανουάριο του 1918) και ενάντια στους δημοκρατικούς οργανισμούς που δημιουργήθηκαν από το Φεβρουάριο―τα σοβιέτ και τα εργοστασιακά συμβούλια.

Στη Ρωσία, τον ολοκληρωτισμό δεν τον παράγει η Επανάσταση αλλά το πραξικόπημα του μπολσεβίκικου κόμματος, κάτι που είναι τελείως άλλο πράγμα…

Η επανάσταση είναι εκείνη η επαναθέσμιση που γίνεται από τη συλλογική και αυτόνομη δραστηριότητα του λαού, ή ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Όταν αυτή η δραστηριότητα ξεδιπλώνεται τώρα, στη νεοτερική εποχή, παρουσιάζει πάντα δημοκρατικό χαρακτήρα. Και όλες τις φορές που ένα ισχυρό κοινωνικό κίνημα θέλησε να μετασχηματίσει ριζικά αλλά ειρηνικά την κοινωνία, προσέκρουσε στη βία της κατεστημένης εξουσίας.

Όσο για τον ολοκληρωτισμό, είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά βαρύνον και πολύπλοκο, για το οποίο πολύ λίγα πράγματα καταλαβαίνουμε όταν ισχυριζόμαστε:
‘‘η επανάσταση παράγει τον ολοκληρωτισμό’’
(ισχυρισμός εμπειρικά ψευδής και απο τις δυο άκρες: όλες οι επαναστάσεις δεν παρήγαγαν ολοκληρωτισμούς, και όλοι οι ολοκληρωτισμοί δεν ήταν συνδεδεμένοι με επαναστάσεις).

Αν σκεφτούμε όμως τα σπέρματα της ολοκληρωτικής ιδέας, είναι αδύνατο να αγνοήσουμε πρώτα τον ολοκληρωτισμό που είναι εμμενής στο καπιταλιστικό φαντασιακό: απεριόριστη επέκταση του ‘ορθολογικού ελέγχου’ και καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής μέσα στο εργοστάσιο: one best way, πειθαρχία μηχανικά υποχρεωτική (τα εργοστάσια Φορντ στο Ντητροϊτ το 1920 αποτελούν ολοκληρωτικές μικροκοινωνίες). Μετά, η λογική του σύγχρονου Κράτους, η οποία, αν την αφήσουμε να φτάσει στα όρια της, τείνει στην ολική ρύθμιση…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου